Η προθεσμία αλλαγών και διορθώσεων στις προσυμπληρωμένες και προεκκαθαρισμένες δηλώσεις λήγει την Πέμπτη 16 Απριλίου.
Μία ημέρα μετά, στις 17/4 ξεκινά η υποβολή των τροποποιητικών δηλώσεων, με προθεσμία έως τις 15 Ιουλίου.
Το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης (χρεωστική, μηδενική ή πιστωτική) θα εμφανίζεται αυτόματα τη στιγμή της οριστικής υποβολής. Όσοι σπεύσουν να υποβάλουν πιο νωρίς την δήλωση, μπορούν να τύχουν μεγαλύτερης έκπτωσης στο ποσό πληρωμής (έως 4% αντί 2%) σε περίπτωση που εκδοθεί χρεωστικό εκκαθαριστικό -και εφόσον επιλέξουν να προβούν σε ολική εξόφληση έως 31 Ιουλίου.
Μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, μισθωτοί και συνταξιούχοι έχουν τη δυνατότητα να ελέγξουν κρίσιμα σημεία στις δηλώσεις τους, καθώς ενδεχόμενα λάθη ή παραλείψεις μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες φορολογικές επιβαρύνσεις. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε περιπτώσεις διαφορών μεταξύ των πραγματικών αποδοχών και των στοιχείων που έχουν προσυμπληρωθεί, καθώς αυτές επηρεάζουν άμεσα το τελικό ποσό φόρου.
Παράλληλα, οι φορολογούμενοι θα πρέπει να επιβεβαιώσουν ότι έχουν καταγραφεί σωστά όλα τα εισοδήματα από πρόσθετες πηγές, όπως ενοίκια, μερίσματα ή αμοιβές από άλλες δραστηριότητες, τα οποία συχνά δεν εμφανίζονται πλήρως και απαιτούν συμπλήρωση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο έλεγχος των ηλεκτρονικών αποδείξεων. Σε περίπτωση που οι δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί μέσω ηλεκτρονικών μέσων δεν καλύπτουν το 30% του εισοδήματος, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος 22% επί της διαφοράς. Ενδεικτικά, έλλειμμα αποδείξεων ύψους 2.000 ευρώ συνεπάγεται επιβάρυνση 440 ευρώ.
Σημαντικός είναι και ο ρόλος των στοιχείων που σχετίζονται με επιδόματα και κοινωνικές παροχές, καθώς τυχόν ανακρίβειες μπορεί να επηρεάσουν είτε το ύψος τους είτε ακόμη και τη δυνατότητα λήψης τους.
Μεταξύ των βασικών σημείων που πρέπει να εξεταστούν είναι το συνολικό εισόδημα –που αποτελεί τη βάση υπολογισμού του φόρου–, καθώς και τα ποσά που έχουν ήδη παρακρατηθεί. Σε περιπτώσεις λαθών, οι φορολογούμενοι οφείλουν να απευθυνθούν στον αρμόδιο φορέα που εξέδωσε τη σχετική βεβαίωση, προκειμένου να διορθωθούν τα στοιχεία και να αποσταλούν εκ νέου στην ΑΑΔΕ.
Εξίσου σημαντικός είναι ο έλεγχος των τεκμηρίων διαβίωσης για κατοικίες, οχήματα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία. Αν το τεκμαρτό εισόδημα υπερβαίνει το δηλωθέν, ο φόρος υπολογίζεται με βάση το υψηλότερο ποσό, ακόμη και μετά τη μείωση των τεκμηρίων. Ωστόσο, υπάρχει η δυνατότητα κάλυψης της διαφοράς με εισοδήματα προηγούμενων ετών ή άλλες πηγές, εφόσον τεκμηριώνονται επαρκώς.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στη σωστή συμπλήρωση των στοιχείων για τα προστατευόμενα τέκνα, καθώς επηρεάζουν άμεσα τη μείωση του φόρου, η οποία μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 1.800 ευρώ, ανάλογα με τον αριθμό τους.
Σε ό,τι αφορά την εξόφληση του φόρου, προβλέπεται η καταβολή του σε οκτώ μηνιαίες δόσεις, με την πρώτη να λήγει στο τέλος Ιουλίου. Για όσους επιλέξουν την εφάπαξ πληρωμή, παρέχεται έκπτωση που κυμαίνεται από 2% έως 4%, ανάλογα με το χρονικό σημείο υποβολής της δήλωσης.






