Αντιμέτωπη με τον “επίμονο” πληθωρισμό που αναζωπυρώθηκε στο 3%, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εγκαταλείπει τη στάση αναμονής.
Η συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου αναδεικνύεται σε σημείο καμπής, καθώς οι αξιωματούχοι της τράπεζας προειδοποιούν ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή αλλάζουν τα δεδομένα, καθιστώντας την αύξηση του κόστους δανεισμού μονόδρομο.
Το αυξημένο κόστος ενέργειας αναμένεται να μετακυλιστεί σε ολόκληρη την οικονομία, την ώρα που οι εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν δεν δείχνουν σημάδια αποκλιμάκωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η νομισματική σύσφιξη θεωρείται σχεδόν αναπόφευκτη.
Υπενθυμίζεται ότι η ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια στην τελευταία της συνεδρίαση, ωστόσο άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αυξήσεων στο άμεσο μέλλον, καθώς ο πληθωρισμός κινείται προς πιο δυσμενή σενάρια από τα αρχικώς εκτιμώμενα.
«Δεν έχουμε δεσμευτεί σε μια προκαθορισμένη πορεία, αλλά παραμένουμε συνεπείς στη στρατηγική μας. Με βάση τα δεδομένα, μια αύξηση τον Ιούνιο είναι σχεδόν βέβαιη», σημείωσε ο Κάζιμιρ, επισημαίνοντας ότι οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί ήδη από τον Μάρτιο.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και άλλοι αξιωματούχοι, προειδοποιώντας ότι το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και επίμονου πληθωρισμού ενδέχεται να έχει διάρκεια.
Οι αγορές προεξοφλούν ήδη μια σειρά αυξήσεων από την ΕΚΤ, με την πρώτη να τοποθετείται χρονικά έως τον Ιούλιο και επιπλέον παρεμβάσεις να αναμένονται προς το φθινόπωρο. Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα διαθέτει περιορισμένα εργαλεία απέναντι σε ένα ενεργειακό σοκ, παρεμβαίνοντας κυρίως για να αποτρέψει δευτερογενείς επιπτώσεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν περαιτέρω τον πληθωρισμό.
Όπως υπογράμμισε ο Κάζιμιρ, η επίδραση των αυξημένων τιμών ενέργειας είναι αναπόφευκτο να διαχυθεί στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ ταυτόχρονα αναμένεται να επιβαρύνει την ανάπτυξη, δεδομένης της εξάρτησης της ευρωζώνης από εισαγόμενη ενέργεια.
«Είναι ολοένα και πιο πιθανό να βρεθούμε αντιμέτωποι με μια παρατεταμένη περίοδο υψηλού πληθωρισμού σε συνδυασμό με ασθενέστερη ανάπτυξη», κατέληξε.






