Εκατοντάδες πρώην ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες βρίσκονται σήμερα σε ένα σκληρό αδιέξοδο
Παρότι έχουν συμπληρώσει το απαιτούμενο όριο ηλικίας και τα ελάχιστα έτη ασφάλισης, η σύνταξή τους παραμένει «παγωμένη». Ο λόγος είναι η υπαγωγή τους στις διατάξεις του νόμου Κατσέλη (Ν. 3869/2010), μέσω του οποίου επιχείρησαν να ρυθμίσουν συνολικά τα χρέη τους και να προστατεύσουν την κύρια κατοικία τους.
Πρόκειται κυρίως για ανθρώπους άνω των 67 ετών, οι οποίοι σήμερα ζουν χωρίς σταθερό εισόδημα και, σε αρκετές περιπτώσεις, χωρίς πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Με δικαστικές αποφάσεις πέτυχαν διαγραφή ή ρύθμιση οφειλών, ωστόσο αυτή η δικαστική αναγνώριση δεν αποδεικνύεται αρκετή για να ενεργοποιηθεί η συνταξιοδοτική διαδικασία.
Το παράδοξο είναι εμφανές: το κράτος αποδέχεται δικαστικά τη μείωση ή ρύθμιση της οφειλής, αλλά σε διοικητικό επίπεδο η ύπαρξη χρέους εξακολουθεί να λειτουργεί ως εμπόδιο για την απονομή της σύνταξης. Έτσι, η τυπική καταγραφή της οφειλής υπερισχύει της ουσίας της δικαστικής απόφασης.
Αποτέλεσμα είναι οι ασφαλισμένοι να εγκλωβίζονται σε ένα θεσμικό κενό. Έχουν δικαστικά ρυθμίσει τα χρέη τους, έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αλλά παραμένουν χωρίς παροχή. Μια κατάσταση που αναδεικνύει την ασυνέχεια μεταξύ Δικαιοσύνης και Διοίκησης και αφήνει ηλικιωμένους πολίτες σε καθεστώς αβεβαιότητας και οικονομικής ασφυξίας.
Το υπουργείο Εργασίας απαντά σε ερωτήσεις βουλευτών στη Βουλή και υποστηρίζει ότι ο νόμος 3869/2010 δεν έχει κοινωνικοασφαλιστικό χαρακτήρα. Σκοπός του ήταν η προστασία της πρώτης κατοικίας και η ρύθμιση ιδιωτικών και δημόσιων οφειλών, όχι η ρύθμιση θεμάτων συνταξιοδότησης. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η ένταξη στον νόμο Κατσέλη δεν συνεπάγεται αυτόματη αναγνώριση ασφαλιστικού χρόνου. Υπενθυμίζει ότι με σειρά νόμων (ν. 4611/2019 για τις 120 δόσεις, ν. 3863/2010 και ν. 5078/2023 για τα όρια οφειλών) θεσπίστηκαν μηχανισμοί που επιτρέπουν τη ρύθμιση οφειλών με διατήρηση του ασφαλιστικού χρόνου. Σε αντίθεση με τον νόμο Κατσέλη, οι ρυθμίσεις αυτές διασφαλίζουν την καταβολή της κατώτατης εισφοράς, ώστε να μην απολεσθεί ο χρόνος ασφάλισης.
Πηγή: δημοκρατία






